Όταν σου κάνουν κουμάντο στο παρκάρισμα και είσαι έτοιμος να στουκάρεις φυσιολογικά
είναι ώρα να σου πουν «παρ' το αλλιώς»,
δηλαδή εκεί που το είχες γυρισμένο πχ αριστερά, να το γυρίσεις δεξιά.
Αφαιρούμε το αυτοκίνητο και το παρκάρισμα
και η έκφραση χρησιμοποιείται για να δώσει σε κάποιο να καταλάβει
ότι λάθος ξεκίνησε ή κάπου στην πορεία το 'χασε και καλό θα ήταν να πάει λίγο πίσω και να την δει λίγο διαφορετικά.
...............
Δεν είναι και πολύ καλή ιδέα να βγάζεις τα εσώψυχά σου στο διαδίκτυο..
Σε αντίθεση με τα εσώρουχά σου, που αν τα βγάλεις στο net θα γίνεις το λιγότερο διάσημη και το maximum ζάμπλουτη...γιαυτο
Οι εχθροί σου έτσι κι αλλιώς δεν θα τις πιστέψουν
και οι φίλοι σου δεν τις χρειάζονται.
Αραχτός με τρία κουμπιά ανοιγμένα, γυαλί ηλίου και χαμόγελο κολγκέιτ.
Στενό κωλαράκι, αλυσίδα λεπτή στο χέρι, σιδερωμένα μπατζάκια, γυαλιστερά πατούμενα.
Καλαμάκι σλουρπππππ-μη-χυθεί-σταγόνα-απ'-τον-εσπρέσσο-φρέντο και κίνηση για σιάξιμο στο ζελέ του μαλλιού.
Δε ξέρω γιατί μου τη δίνουν αυτού του είδους οι άντρες.
Ίσως γιατί νιώθω πως στο επόμενο ραντεβού μου για χαλάουα θα είναι στο διπλανό καθισματάκι.
Ή θα περιποιούνται τα νυχάκια τους στη νυχού που πάω και μου κάνει ιστούς από αράχνες με το πινελάκι της πάνω στα δικά μου.
Φταίμε κι εμείς όμως ρε γμτ. Πόση ισότητα να αντέξουν πια;
Πώς να μας δουν ως γυναίκες όταν χτυπάμε κάτι 14ωρα στη δουλειά και μετά δεν προλαβαίνουμε το γυμναστήριο και παραγγέλνουμε κι απέξω;
Και πώς να το παίξουν κυνηγοί αφού δεν προλαβαίνουν να σκάσουν μύτη στο μπαρ και τους την πέφτουμε σα τις μύγες απροκάλυπτα;
Ποια η διαφορά στα φύλα; Σου λέει, δε γαμιέται. Θα ασχοληθώ κι εγώ με την πάρτη μου.
Καθαρισμός προσώπου και πιλιγκ πλάτης.
Πάει το αντριλίκι μετά.
Δεν είναι που επιθυμώ κάποιον να μου ανοίγει τις πόρτες όταν μπαινοβγαίνω.
Δεν είναι που γουστάρω μπινελίκια μπρουτάλ και βρόμικα νύχια.
Δεν είναι που θέλω να ζέχνει βαρβατίλα.
Μα είναι που θέλω όταν γέρνω πάνω σε κάποιον να νιώθω πως μπορεί να με κλείσει στην αγκαλιά του.
Κι όχι να φοβάται μη του τσαλακώσω το γιακά.
Θέλω όταν βάλω το χέρι μου μέσα στα μαλλιά του και του τα ανακατώσω να μη σηκωθεί έντρομος να τρέξει στον καθρέφτη, μα θέλω να πιάσει τα δικά μου και να μου χαλάσει το ίσιωμα.
Να μου το κάνει πατσαβούρα και να το χαρώ.
Να με κάνει να ιδρώσω και μετά να με γλύψει να πάρει το αλάτι από πάνω μου κι όχι να μου φέρει πετσέτα με ανθόνερο αφού πρώτα σκουπίσει το δικό του τρυφερό λαιμουδάκι.
Θέλω να με κάνει να γουστάρω να του μαγειρέψω.
Να του φτιάξω σπεσιαλιτέ και να του στάξει η σάλτσα.
Και μη τύχει και αναπηδήσει αν του πέσει πάνω στο πουκάμισο.
Να την αφήσει εκεί να κάνει λεκέ και να ταιριάξει με το μεθυσμένο του το βλέμμα.
Θέλω να παίξει με το μαχαίρι καρφώνοντάς το στο ψωμί και να πιει κρασί- άσπρο-πάτο.
Θέλω να μου τραγουδήσει κι ένα τραγούδι φάλτσο και να πεθάνουμε στο γέλιο.
Και μη με ρωτήσει αν θέλω συνέχεια και με ποιο τρόπο.
Θέλω να μου πει πάμε χωρίς να με κάνει να σκεφτώ πού, πώς και γιατί.
Μα αν παρατηρήσω πως βγάζοντας το παντελόνι του πάει να το αφήσει προσεκτικά διπλωμένο στην καρέκλα πριν με βουτήξει,
ε τότε θα πάρει αυτό που ζητάει...
...Θα 'μαι από πάνω κι ας χτυπιέται!
είναι όμορφη τελικά η ζωή...

Μια όμορφη Κυριακή σε ολους!!!
Ο πλέον συνήθης ελληνικός χαιρετισμός που απευθύνεται κυρίως σε πρωινές συναντήσεις. Η λέξη Καλημέρα αποτελεί σύμπτυξη των λέξεων καλή + ημέρα.
Στις ελληνικές εκφράσεις η καλημέρα αποδίδεται και ως ουσιαστικό, π.χ. "του έκοψε την καλημέρα" που λέγεται σε περιπτώσεις δημιουργίας ψυχρότητας μέχρι έχθρας.
Γραμματικά απαντάται ως ρήμα: καλημερίζω και ως ουσιαστικό: καλημέρισμα ή καλημερούδια.
Λαογραφία: Στα μέσα του 20ου αιώνα ονομάζονταν επίσης "καλημέρα" όλοι εκείνοι οι καθρέφτες που έφεραν τη λέξη ζωγραφισμένη επ΄ αυτών πλαισιωμένη με άνθη ή αγγελάκια, ενώ ως ευχή "καλημέρα" λέγονταν τα κάλαντα των Θεοφανείων.
Για συναντήσεις σε άλλες ώρες της ημέρας χρησιμοποιούνται οι χαιρετισμοί καλησπέρα, καληνύχτα, χαίρετε.
ΚΑΛΗΜΕΡΑΑΑΑΑΑ
Γράφει η Μάρθα Τομπουλίδου
Εγκληματήσαμε τόσες φορές στο όνομα της αγάπης.
Την σκότωσε λέει, από υπερβολική αγάπη, γιατί δεν άντεχε να την έχει άλλος αφού χωρίσανε.
Η μάνα του, λέει, τον «έπνιξε» με την αγάπη της, έτσι που ήταν πεσμένη πάνω του, και δεν τον άφηνε να αναπνεύσει.
Ο Marlo Brando από αγάπη στην κόρη του, σκότωσε τον αρραβωνιαστικό της, γιατί δεν τον ενέκρινε για την αγαπημένη του.
Τελικά στο όνομα ποιας αγάπης σκοτώνουμε την ελευθερία των άλλων;
Πόσες αγάπες διαφορετικές υπάρχουν σε τούτο τον ντουνιά;
Και πόσοι οι κανόνες που κυβερνούν αυτές τις χιλιοπρόσωπες αγάπες;
Αν μπορούσα να φανταστώ ένα πρώτιστο χαρακτηριστικό της αγάπης, αυτό είναι ο σεβασμός στην ελευθερία αυτού που αγαπάς.
Γράφαμε , θυμάμαι, μικρά στα παιδικά λευκώματα:
«Αν αγαπάς κάτι, άσ' το ελεύθερο. Αν γυρίσει πίσω, είναι για σένα. Αν όχι, δεν ήταν ποτέ.»
Κι ο Halil Gibran έγραφε στον «Προφήτη» του, πως δυο άνθρωποι που αγαπιούνται είναι σαν δύο κολόνες, δύο κίονες που ανάμεσά τους υπάρχει αρκετό διάστημα για να κυκλοφορεί αέρας, ο αέρας της ελευθερίας του χώρου του καθενός.
Κι ότι η σχέση των γονιών με τα παιδιά τους, που είναι ύψιστη αγάπη, είναι σαν τα τόξα και τα βέλη. Το τόξο τεντώνεται, και το βέλος φεύγει, εκτινάσσεται μπροστά. Οι γονείς είναι τα τόξα, τα παιδιά είναι τα βέλη που εκτινάσσονται, και χρειάζεται με αγάπη να τα τινάξουμε κι όχι με «αγάπη» να τα κρατήσουμε κολλημένα στο τόξο μας.
Αγαπώ τον άλλον δεν σημαίνει μπαίνω στα παπούτσια του κι αποφασίζω για κείνον, δεν σημαίνει πιέζω κι εκβιάζω καταστάσεις για να τον σώσω ή να με σώσω, δε σημαίνει χρησιμοποιώ θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να τον κρατήσω ,δε σημαίνει μαυρίζω ζωές αλλωνών για να προστατεύσω τη δική μου πολύτιμη, μοναδική αγάπη.
Κρινόμαστε απ' τις πράξεις μας, κρινόμαστε απ' τα πιστεύω μας, αλλά αυτό που μας κρίνει όλους καθημερινά, στην πράξη, στις μικρές ανθρώπινες ανταλλαγές, είναι το πώς τελικά χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις κι αυτά τα συναισθήματα στην αντιμετώπιση των ανθρώπων και της ζωής με το χέρι στην καρδιά και την συνείδηση ήσυχη.
«Δεν μ'αγαπούσες τελικά, έλεγες ψέματα τόσον καιρό,το απέδειξες αφού χωρίσαμε».
Πώς να τον πείσεις τελικά αυτόν τον πληγωμένο εγωϊσμό που πονάει για την εγκατάλειψη, ότι άλλο ν'αγαπάς κι άλλο να μην μιλάς την ίδια γλώσσα με κάποιον.
«Αν μ'αγαπάς , κάνε τούτο, αλλιώς θα πεθάνω».
Χείριστο είδος συναισθηματικού εκβιασμού, που βάζει τις αποφάσεις της ζωής μας σε καντάρι που μετράει αγάπες. Ποιανών;
Δηλαδή αποδεικνύεις την αγάπη σου σύμφωνα με τα κριτήρια και τις προτεραιότητες των άλλων και όχι τις δικές σου. Εσύ μπορεί να αγαπάς βαθειά το θέατρο, μα για τους γονείς σου αυτό να κρίνεται ως θανάσιμη προσβολή στην αγάπη σου γι' αυτούς. Κι αν το κάνεις, δηλώνεις πως δεν τους αγαπάς και «θες να τους πεθάνεις». Και ξεχνούν εκείνη την ώρα να μετρήσουν τί αγαπάει η ψυχούλα αυτού του παιδιού, και πώς χαίρεται να ζει. Πιεστικά και με τη μπότα «της πατρικής αγάπης και γνώσης» στο λαιμό των βλασταριών τους, διεκδικούν ζωή από ζωή ξένη.
Κλεμμένη ζωή να ζήσουνε , ζωή αλλουνού.
Αγαπώ , φαντάζομαι, σημαίνει, επιτρέπω να είσαι, επιτρέπω να επιλέγεις με σεβασμό , χωρίς ιδιοτέλειες και χωρίς υστεροβουλία.
Πόσο εύκολα το ανταλάσσουμε το «σ' αγαπώ» σήμερα, και πόσο λίγο μετράμε τί στέλνουμε , τί εννούμε, πίσω απ' αυτή τη χιλιοτραγουδισμένη φρασούλα.
Και τί περιμένουμε πίσω κάθε φορά που τη λέμε.
Περιμένουμε τουλάχιστον να πει ο άλλος «κι εγώ σ' αγαπώ».
Φαντάζεστε ένα «σ'αγαπώ» ανανταπόδοτο;
Ένα «σ' αγαπώ» μόνο του ;Tί αμήχανο και άβολο να αγαπάς χωρίς τη συμφωνία και του άλλου.
Μα όταν αγαπάς πλημμυρίζει η ψυχή σου χαρά, όταν αγαπάς είσαι ολόκληρος, πλήρης , γεμάτος. Είναι όλα όμορφα, έχουν όλα φως. Όταν αγαπάς, γίνονται όλοι όμορφοι, θέλεις να ζωγραφίσεις, να αγκαλιάσεις, να φιλήσεις όλο τον κόσμο.
Είναι μεγάλο το σχολείο να μάθεις ν' αγαπάς, πρώτα τον εαυτό σου, κι ύστερα τους άλλους. Έχουμε όλη τη ζωή μπροστά μας . Αξίζει τον κόσμο τούτη η σπουδή.
Τελικά η μεγαλύτεροι πόλεμοι και προδοσίες γινανε στο ονομα της αγάπης!!!
Καληνυχτα μας!!!

Ήταν κάποτε ένας δράκος.
Ποτέ δεν είχε τη συντροφιά κάποιου και περιπλανιόταν σε βουνά και σε σπηλιές.
Άλλωστε τι άλλο να έκανε από το να πετά από το ένα βουνό στο άλλο πότε να συλλογίζεται για την ύπαρξή του και πότε να σκίζει τα βράχια με τα νύχια του και να φυσά φλόγες.
Μια μέρα λοιπόν μια νεράιδα ήρθε και κάθησε στη μύτη του...
Ο δράκος ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε στα μάτια και την ρώτησε:
- Δε φοβάσαι μήπως σε φάω;
- Όχι.. είμαι πολύ μικρούλα για να χορτάσεις
- Δε φοβάσαι μήπως σε φυλακίσω για πάντα;
- Όχι...όποτε θέλω εξαφανίζομαι.
- Δε φοβάσαι μήπως σε αγαπήσω;
Η νεράιδα σάστισε, δεν περίμενε αυτή την ερώτηση...όμως του απάντησε
- Όχι...όλοι θέλουν κάποτε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν.
Ο δράκος ένιωσε έντονα την επιθυμία να την αγκαλιάσει...
όμως τα νύχια του κάρφωσαν τη μικρή νεράιδα...
Θέλησε να τη φιλήσει, μα η καυτή ανάσα του έκαψε τα φτερά της.
Ο δράκος δάκρυσε, όμως τα δάκρυά του την έπνιξαν.
Η μικρή νεράιδα πεθαίνοντας στην αγκαλιά του ... του ψιθύρισε απλά το μυστικό...
...Δεν φτάνει να θέλεις να αγαπήσεις...
....Πρέπει και να μπορείς....
Κ Α Λ Η Μ Ε Ρ Α
Τί ψάχνω...?Στην ουσία τίποτα...Φουμάρω!!!
Το προφίλ μου
Ισως..ψάχνω κάποιον να βάλει μουσική στα βήματα μου...Κάποιον να με κάνει να μ αρέσω...όταν κωλώνω!!!! Φτιάξε λοιπόν καρδιά μου το δικό σου παραμύθι αλλιώς τη βάψαμε.